Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθνικόφρων

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου υποστηρίζει την ιδέα του έθνους, που έχει εθνικό φρόνημα Βικιλεξικό
    • ο/η μακιγιέρ/ζ - «ψιμυθιολόγους» τους λένε, ξαφνικά, οι... εθνικόφρονες καθαρολόγοι. (εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 27 Απριλίου 2006 https://www.tanea.gr/2006/04/27/lifearts/culture/to-tetarto-koydoyni-166/)
  2. λόγιοσυνώνυμο του εθνικιστής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εθνικόφρων < εθνικ(ός) + -ό- + -φρων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνικόφρονας / εθνικόφρωνεθνικόφρωνεθνικόφρον
Γενικήεθνικόφρονα / εθνικόφρονοςεθνικόφρονοςεθνικόφρονος
Αιτιατικήεθνικόφροναεθνικόφροναεθνικόφρον
Κλητικήεθνικόφρονα / εθνικόφρωνεθνικόφρωνεθνικόφρον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνικόφρονεςεθνικόφρονεςεθνικόφρονα
Γενικήεθνικοφρόνωνεθνικοφρόνωνεθνικοφρόνων
Αιτιατικήεθνικόφρονεςεθνικόφρονεςεθνικόφρονα
Κλητικήεθνικόφρονεςεθνικόφρονεςεθνικόφρονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →