Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθνισμός

/e.θniˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδεολογική στάση που προωθεί την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης χωρίς να δείχνει περιφρόνηση απέναντι στην ιστορία και την ταυτότητα άλλων εθνών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εθνισμός < έθν(ος) + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεθνισμόςεθνισμοί
Γενικήεθνισμούεθνισμών
Αιτιατικήεθνισμόεθνισμούς
Κλητικήεθνισμέεθνισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →