εθνοκρατισμός
•
- ο κρατισμός (σε εθνικά πλαίσια) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εθνοκρατισμός < έθνος + -ο- + κρατισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εθνοκρατισμός | εθνοκρατισμοί |
| Γενική | εθνοκρατισμού | εθνοκρατισμών |
| Αιτιατική | εθνοκρατισμό | εθνοκρατισμούς |
| Κλητική | εθνοκρατισμέ | εθνοκρατισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →