εθνομηδενιστικός
•
- νεολογισμόςο σχετικός με τον εθνομηδενισμό ή τους εθνομηδενιστές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εθνομηδενιστικός < εθνομηδενιστ(ής) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εθνομηδενιστικός | εθνομηδενιστική | εθνομηδενιστικό |
| Γενική | εθνομηδενιστικού | εθνομηδενιστικής | εθνομηδενιστικού |
| Αιτιατική | εθνομηδενιστικό | εθνομηδενιστική | εθνομηδενιστικό |
| Κλητική | εθνομηδενιστικέ | εθνομηδενιστική | εθνομηδενιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εθνομηδενιστικοί | εθνομηδενιστικές | εθνομηδενιστικά |
| Γενική | εθνομηδενιστικών | εθνομηδενιστικών | εθνομηδενιστικών |
| Αιτιατική | εθνομηδενιστικούς | εθνομηδενιστικές | εθνομηδενιστικά |
| Κλητική | εθνομηδενιστικοί | εθνομηδενιστικές | εθνομηδενιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →