Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθνοσυνέλευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικό σώμα που αποτελείται από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του έθνους Βικιλεξικό
    • 1844: Ανάμεσα στα προβλήματα που απασχολούν για μήνες την εθνοσυνέλευση είναι και αυτό του δικαιώματος της ισοπολιτείας των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων Ελλήνων. Πολλοί από του αντιπροσώπους υποστήριξαν τον αποκλεισμό των ετεροχθόνων από τις δημόσιες θέσεις. (Γιάννης Γρυντάκης, Γιώργος Δάλκος, Έκτορας Χόρτης, Άγγελος Χόρτης, Σαν σήμερα. Στη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
    • η Α' Εθνοσυνέλευση ψήφισε την 1η Ιανουαρίου 1822 στην Επίδαυρο το "Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος"

Ετυμολογία

εθνοσυνέλευση < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεθνοσυνέλευσηεθνοσυνελεύσεις
Γενικήεθνοσυνέλευσηςεθνοσυνελεύσεων
Αιτιατικήεθνοσυνέλευσηεθνοσυνελεύσεις
Κλητικήεθνοσυνέλευσηεθνοσυνελεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →