ἐθνοσωτήριος
•
- καθαρεύουσαεθνοσωτήριος Βικιλεξικό
- Δυνάμει τῆς ἀπό 27. Ἰανουαρίου ὑπ’ ἀριθ. 1319. διαταγῆς τῆς ἐπί τῶν Ἐσωτερικῶν Γραμματείας τῆς Ἐπικρατείας λαμβάνομεν τήν τιμήν να ἀπευθύνομεν πρός ὑμᾶς τό ἔγκλειστον Ἀριστεῖον τῆς 3. Σεπτεμβρίου [1843] διά τά ὁποῖα ἐδείξατε λαμπρά αἰσθήματα ἐν τῇ Πρωτευούσῃ κατ’ ἐκείνην τήν ἐθνοσωτήριον ἡμέραν
Ετυμολογία
ἐθνοσωτήριος < → δείτε τη λέξη εθνοσωτήριος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ἐθνοσωτήριος | ἐθνοσωτήριος | ἐθνοσωτήριον |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | — | — | — |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →