Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἐθνοσωτήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. καθαρεύουσαεθνοσωτήριος Βικιλεξικό
    • Δυνάμει τῆς ἀπό 27. Ἰανουαρίου ὑπ’ ἀριθ. 1319. διαταγῆς τῆς ἐπί τῶν Ἐσωτερικῶν Γραμματείας τῆς Ἐπικρατείας λαμβάνομεν τήν τιμήν να ἀπευθύνομεν πρός ὑμᾶς τό ἔγκλειστον Ἀριστεῖον τῆς 3. Σεπτεμβρίου [1843] διά τά ὁποῖα ἐδείξατε λαμπρά αἰσθήματα ἐν τῇ Πρωτευούσῃ κατ’ ἐκείνην τήν ἐθνοσωτήριον ἡμέραν

Ετυμολογία

ἐθνοσωτήριος < → δείτε τη λέξη εθνοσωτήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήἐθνοσωτήριοςἐθνοσωτήριοςἐθνοσωτήριον
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εθνοσωτήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικά ή ειρωνικόπου είναι σωτήριος για το έθνος Βικιλεξικό
    • Στις 21 Απριλίου 1967, και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, μια ομάδα αξιωματικών του στρατού, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, […], κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα, το οποίο οι ίδιοι ονόμαζαν «εθνοσωτήριο επανάσταση» ή «Επανάσταση της 21ης Απριλίου»

Ετυμολογία

εθνοσωτήριος < (καθαρεύουσα) ἐθνοσωτήριος < εθνοσωτήρ(ας) + -ιος. Μορφολογικά αναλύεται σε εθνο- (έθνος) + σωτήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνοσωτήριοςεθνοσωτήρια / εθνοσωτήριοςεθνοσωτήριο
Γενικήεθνοσωτήριου / εθνοσωτηρίουεθνοσωτήριας / εθνοσωτηρίουεθνοσωτήριου / εθνοσωτηρίου
Αιτιατικήεθνοσωτήριοεθνοσωτήρια / εθνοσωτήριοεθνοσωτήριο
Κλητικήεθνοσωτήριεεθνοσωτήρια / εθνοσωτήριεεθνοσωτήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνοσωτήριοιεθνοσωτήριες / εθνοσωτήριοιεθνοσωτήρια
Γενικήεθνοσωτήριων / εθνοσωτηρίωνεθνοσωτήριων / εθνοσωτηρίωνεθνοσωτήριων / εθνοσωτηρίων
Αιτιατικήεθνοσωτήριους / εθνοσωτηρίουςεθνοσωτήριες / εθνοσωτηρίουςεθνοσωτήρια
Κλητικήεθνοσωτήριοιεθνοσωτήριες / εθνοσωτήριοιεθνοσωτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →