εθνωνυμικό
•
- το εθνικό όνομα (όπως Έλληνας, Ελληνίδα, Γάλλος, Γαλλίδα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εθνωνυμικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εθνωνυμικός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εθνωνυμικό | εθνωνυμικά |
| Γενική | εθνωνυμικού | εθνωνυμικών |
| Αιτιατική | εθνωνυμικό | εθνωνυμικά |
| Κλητική | εθνωνυμικό | εθνωνυμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →