Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθνωνυμικός

/e.θno.ni.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. εθνικό όνομα (όπως Έλληνας, Ελληνίδα) Βικιλεξικό
    • το εθνωνυμικό «Γάλλος» χαρακτηρίζει όσους ανήκουν στο γαλλικό έθνος και έχουν το εθνωνύμιο «Γάλλοι»

Ετυμολογία

εθνωνυμικός < εθνωνύμ(ιο) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνωνυμικόςεθνωνυμικήεθνωνυμικό
Γενικήεθνωνυμικούεθνωνυμικήςεθνωνυμικού
Αιτιατικήεθνωνυμικόεθνωνυμικήεθνωνυμικό
Κλητικήεθνωνυμικέεθνωνυμικήεθνωνυμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνωνυμικοίεθνωνυμικέςεθνωνυμικά
Γενικήεθνωνυμικώνεθνωνυμικώνεθνωνυμικών
Αιτιατικήεθνωνυμικούςεθνωνυμικέςεθνωνυμικά
Κλητικήεθνωνυμικοίεθνωνυμικέςεθνωνυμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →