ειδεχθώς
•
- λόγιομε ειδεχθή τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειδεχθώς < ειδεχθής + -ώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ειδεχθώς < ειδεχθής + -ώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →