ειδημοσύνη
•
- λόγιοτο να είναι κανείς ειδήμων, να γνωρίζει καλά κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειδημοσύνη < ειδήμων + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδημοσύνη | ειδημοσύνες |
| Γενική | ειδημοσύνης | ειδημοσυνών |
| Αιτιατική | ειδημοσύνη | ειδημοσύνες |
| Κλητική | ειδημοσύνη | ειδημοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →