ειδησεογράφος
•
- επάγγελμαο δημοσιογράφος, ο συντάκτης που γράφει αποκλειστικά ειδήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειδησεογράφος < είδηση, ειδήσε(ως) + ο + -γράφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδησεογράφος | ειδησεογράφοι |
| Γενική | ειδησεογράφου | ειδησεογράφων |
| Αιτιατική | ειδησεογράφο | ειδησεογράφους |
| Κλητική | ειδησεογράφε | ειδησεογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →