Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ειδησούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του είδηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ειδησούλα < είδηση + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήειδησούλαειδησούλες
Γενικήειδησούλας—
Αιτιατικήειδησούλαειδησούλες
Κλητικήειδησούλαειδησούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →