ειδικότερος
•
- που είναι πιο ειδικός, που οδηγεί από κάτι γενικότερο, σε ένα πιο μικρό υποσύνολο, σε κάτι πιο συγκεκριμένο, πιο εξειδικευμένο, πιο σαφές, πιο λεπτομερές, πιο εντοπισμένο Βικιλεξικό
- συγκριτικός βαθμός που δε χρησιμοποιείται πάντα κυριολεκτικά, αλλά και όταν κάποιος υπαινίσσεται ευγενικά πως ο συνομιλητής του δεν του λέει τα πάντα ανοιχτά και ειλικρινά Βικιλεξικό
- Σας απασχολεί μήπως κάτι ειδικότερο; (δηλαδή, πάμε και στην ουσία, στο συγκεκριμένο πρόβλημα που κατά βάθος σας απασχολεί)
Ετυμολογία
ειδικότερος < ειδικ-ότερος, συγκριτικός βαθμός του ειδικός. Δείτε και το αρχαίο εἰδικώτερος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδικότερος | ειδικότερη | ειδικότερο |
| Γενική | ειδικότερου | ειδικότερης | ειδικότερου |
| Αιτιατική | ειδικότερο | ειδικότερη | ειδικότερο |
| Κλητική | ειδικότερε | ειδικότερη | ειδικότερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδικότεροι | ειδικότερες | ειδικότερα |
| Γενική | ειδικότερων | ειδικότερων | ειδικότερων |
| Αιτιατική | ειδικότερους | ειδικότερες | ειδικότερα |
| Κλητική | ειδικότεροι | ειδικότερες | ειδικότερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →