Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ειδικότερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι πιο ειδικός, που οδηγεί από κάτι γενικότερο, σε ένα πιο μικρό υποσύνολο, σε κάτι πιο συγκεκριμένο, πιο εξειδικευμένο, πιο σαφές, πιο λεπτομερές, πιο εντοπισμένο Βικιλεξικό
  2. συγκριτικός βαθμός που δε χρησιμοποιείται πάντα κυριολεκτικά, αλλά και όταν κάποιος υπαινίσσεται ευγενικά πως ο συνομιλητής του δεν του λέει τα πάντα ανοιχτά και ειλικρινά Βικιλεξικό
    • Σας απασχολεί μήπως κάτι ειδικότερο; (δηλαδή, πάμε και στην ουσία, στο συγκεκριμένο πρόβλημα που κατά βάθος σας απασχολεί)

Ετυμολογία

ειδικότερος < ειδικ-ότερος, συγκριτικός βαθμός του ειδικός. Δείτε και το αρχαίο εἰδικώτερος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειδικότεροςειδικότερηειδικότερο
Γενικήειδικότερουειδικότερηςειδικότερου
Αιτιατικήειδικότεροειδικότερηειδικότερο
Κλητικήειδικότερεειδικότερηειδικότερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειδικότεροιειδικότερεςειδικότερα
Γενικήειδικότερωνειδικότερωνειδικότερων
Αιτιατικήειδικότερουςειδικότερεςειδικότερα
Κλητικήειδικότεροιειδικότερεςειδικότερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →