ειδολογικός
•
- που σχετίζεται με το είδος ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- που σχετίζεται με την ειδολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ειδοποιός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειδολογικός < είδος + -ο- + -λογικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδολογικός | ειδολογική | ειδολογικό |
| Γενική | ειδολογικού | ειδολογικής | ειδολογικού |
| Αιτιατική | ειδολογικό | ειδολογική | ειδολογικό |
| Κλητική | ειδολογικέ | ειδολογική | ειδολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδολογικοί | ειδολογικές | ειδολογικά |
| Γενική | ειδολογικών | ειδολογικών | ειδολογικών |
| Αιτιατική | ειδολογικούς | ειδολογικές | ειδολογικά |
| Κλητική | ειδολογικοί | ειδολογικές | ειδολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →