Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ειδολογικός

/i.ðo.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με το είδος ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. που σχετίζεται με την ειδολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  3. ειδοποιός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ειδολογικός < είδος + -ο- + -λογικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειδολογικόςειδολογικήειδολογικό
Γενικήειδολογικούειδολογικήςειδολογικού
Αιτιατικήειδολογικόειδολογικήειδολογικό
Κλητικήειδολογικέειδολογικήειδολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειδολογικοίειδολογικέςειδολογικά
Γενικήειδολογικώνειδολογικώνειδολογικών
Αιτιατικήειδολογικούςειδολογικέςειδολογικά
Κλητικήειδολογικοίειδολογικέςειδολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →