ειδοποιητήριο
•
- επίσημο ή ανεπίσημο έγγραφο με το οποίο ενημερώνεται κάποιος και ειδοποιείται για κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειδοποιητήριο < ειδοποιώ + -τήριο ή ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ειδοποιητήριος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική lettre d'avis)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδοποιητήριο | ειδοποιητήρια |
| Γενική | ειδοποιητήριου / ειδοποιητηρίου | ειδοποιητηρίων |
| Αιτιατική | ειδοποιητήριο | ειδοποιητήρια |
| Κλητική | ειδοποιητήριο | ειδοποιητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →