ειδοποιητήριος
•
- που γίνεται για να ειδοποιήσει, μέσω του οποίου γίνεται η ειδοποίηση Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοειδοποιητήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειδοποιητήριος < ειδοποιώ + -τήριος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδοποιητήριος | ειδοποιητήρια | ειδοποιητήριο |
| Γενική | ειδοποιητήριου | ειδοποιητήριας | ειδοποιητήριου |
| Αιτιατική | ειδοποιητήριο | ειδοποιητήρια | ειδοποιητήριο |
| Κλητική | ειδοποιητήριε | ειδοποιητήρια | ειδοποιητήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ειδοποιητήριοι | ειδοποιητήριες | ειδοποιητήρια |
| Γενική | ειδοποιητήριων | ειδοποιητήριων | ειδοποιητήριων |
| Αιτιατική | ειδοποιητήριους | ειδοποιητήριες | ειδοποιητήρια |
| Κλητική | ειδοποιητήριοι | ειδοποιητήριες | ειδοποιητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →