Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ειδοποιητήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται για να ειδοποιήσει, μέσω του οποίου γίνεται η ειδοποίηση Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοειδοποιητήριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ειδοποιητήριος < ειδοποιώ + -τήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειδοποιητήριοςειδοποιητήριαειδοποιητήριο
Γενικήειδοποιητήριουειδοποιητήριαςειδοποιητήριου
Αιτιατικήειδοποιητήριοειδοποιητήριαειδοποιητήριο
Κλητικήειδοποιητήριεειδοποιητήριαειδοποιητήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειδοποιητήριοιειδοποιητήριεςειδοποιητήρια
Γενικήειδοποιητήριωνειδοποιητήριωνειδοποιητήριων
Αιτιατικήειδοποιητήριουςειδοποιητήριεςειδοποιητήρια
Κλητικήειδοποιητήριοιειδοποιητήριεςειδοποιητήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →