Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εικαστικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαo καλλιτέχνης των εικαστικών τεχνών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εικαστικός < αρχαία ελληνική εἰκαστικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεικαστική / εικαστικός / εικαστικόεικαστικές / εικαστικοί / εικαστικά
Γενικήεικαστικής / εικαστικού / εικαστικούεικαστικών / εικαστικών / εικαστικών
Αιτιατικήεικαστική / εικαστικό / εικαστικόεικαστικές / εικαστικούς / εικαστικά
Κλητικήεικαστική / εικαστικέ / εικαστικόεικαστικές / εικαστικοί / εικαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εικαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για τέχνεςπου απεικονίζει, που δημιουργεί έργα που απευθύνονται στην όραση Βικιλεξικό
    • η ζωγραφική και γλυπτική ανήκουν στις εικαστικές τέχνες
  2. που αναφέρεται στις τέχνες αυτές Βικιλεξικό
    • εικαστικές αναζητήσεις

Ετυμολογία

εικαστικός < αρχαία ελληνική εἰκαστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεικαστικόςεικαστικήεικαστικό
Γενικήεικαστικούεικαστικήςεικαστικού
Αιτιατικήεικαστικόεικαστικήεικαστικό
Κλητικήεικαστικέεικαστικήεικαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεικαστικοίεικαστικέςεικαστικά
Γενικήεικαστικώνεικαστικώνεικαστικών
Αιτιατικήεικαστικούςεικαστικέςεικαστικά
Κλητικήεικαστικοίεικαστικέςεικαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →