εικονιστικός
•
- που εικονίζει, που απεικονίζει κάτι Βικιλεξικό
- Το αριστουργηματικής σύλληψης και δημιουργίας ψηφιδωτό δάπεδο με την εικονιστική παράσταση της αρπαγής της Περσεφόνης στον δεύτερο χώρο, πίσω από τις Καρυάτιδες, στον τύμβο Καστά της Αμφίπολης, έρχεται να συμπληρώσει ένα παζλ με εντυπωσιακά ψηφιδωτά που έχουν έρθει στο φως και κοσμούσαν οικίες και δημόσια κτίρια στη Μακεδονία. (*)
Ετυμολογία
εικονιστικός < μεσαιωνική ελληνική εἰκονιστικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική εἰκών < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *weik-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εικονιστικός | εικονιστική | εικονιστικό |
| Γενική | εικονιστικού | εικονιστικής | εικονιστικού |
| Αιτιατική | εικονιστικό | εικονιστική | εικονιστικό |
| Κλητική | εικονιστικέ | εικονιστική | εικονιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εικονιστικοί | εικονιστικές | εικονιστικά |
| Γενική | εικονιστικών | εικονιστικών | εικονιστικών |
| Αιτιατική | εικονιστικούς | εικονιστικές | εικονιστικά |
| Κλητική | εικονιστικοί | εικονιστικές | εικονιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →