εικονογράφηση
•
- η διακόσμηση με εικόνες (φωτογραφίες, ζωγραφικές παραστάσεις κ.ά.) ενός εντύπου ή ενός χειρογράφου Βικιλεξικό
- η υποστήριξη ενός κειμένου με συνακόλουθες εικόνες Βικιλεξικό
- θρησκείααγιογράφηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εικονογράφηση < εικονογραφώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εικονογράφηση | εικονογραφήσεις |
| Γενική | εικονογράφησης | εικονογραφήσεων |
| Αιτιατική | εικονογράφηση | εικονογραφήσεις |
| Κλητική | εικονογράφηση | εικονογραφήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →