εικονολογία
•
- επιστημονικός κλάδος μελέτης της εικονογραφίας. Ασχολείται με την μελέτη ζωγραφικών έργων Βικιλεξικό
- κλάδος που μελετάει τα σύμβολα, τα εμβλήματα θεών και ηρώων της αρχαιότητας, και συμβόλων του χριστιανισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εικονολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική iconologie < ελληνιστική κοινή εἰκονολογία (συμβολική ομιλία) < αρχαία ελληνική εἰκών + λόγος. Μορφολογικά αναλύεται σε εικονο- + -λογία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εικονολογία | εικονολογίες |
| Γενική | εικονολογίας | εικονολογιών |
| Αιτιατική | εικονολογία | εικονολογίες |
| Κλητική | εικονολογία | εικονολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →