Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εικοσάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σύνολο ή ομάδα που αποτελείται ακριβώς από είκοσι μονάδες, πρόσωπα ή πράγματα Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραγυναίκα είκοσι χρονών Βικιλεξικό
  3. ειδικότεραείκοσι λεπτά μιας δραχμής Βικιλεξικό
  4. ειδικότεραφυλάκιση για είκοσι ημέρες (ως στρατιωτική ποινή) Βικιλεξικό
  5. ειδικότεραμαθητική αποβολή είκοσι ημερών Βικιλεξικό
  6. περίοδος ή διαίρεση που εκτείνεται σε είκοσι χρονικές μονάδες (π.χ. ημέρες, έτη) Βικιλεξικό
  7. κατ’ επέκτασηκάθε ενότητα ή κατηγορία που οργανώνεται με βάση τον αριθμό είκοσι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εικοσάρα < είκοσι + -άρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεικοσάραεικοσάρες
Γενικήεικοσάραςεικοσάρων
Αιτιατικήεικοσάραεικοσάρες
Κλητικήεικοσάραεικοσάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →