εικοσάρα
•
- σύνολο ή ομάδα που αποτελείται ακριβώς από είκοσι μονάδες, πρόσωπα ή πράγματα Βικιλεξικό
- ειδικότεραγυναίκα είκοσι χρονών Βικιλεξικό
- ειδικότεραείκοσι λεπτά μιας δραχμής Βικιλεξικό
- ειδικότεραφυλάκιση για είκοσι ημέρες (ως στρατιωτική ποινή) Βικιλεξικό
- ειδικότεραμαθητική αποβολή είκοσι ημερών Βικιλεξικό
- περίοδος ή διαίρεση που εκτείνεται σε είκοσι χρονικές μονάδες (π.χ. ημέρες, έτη) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάθε ενότητα ή κατηγορία που οργανώνεται με βάση τον αριθμό είκοσι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εικοσάρα < είκοσι + -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εικοσάρα | εικοσάρες |
| Γενική | εικοσάρας | εικοσάρων |
| Αιτιατική | εικοσάρα | εικοσάρες |
| Κλητική | εικοσάρα | εικοσάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →