εικοσιένας
•
- απόλυτο αριθμητικό που δηλώνει ποσότητα ίση με το άθροισμα είκοσι και ενός, χρησιμοποιούμενο ως επίθετο ή ουσιαστικό για την ακριβή απαρίθμηση προσώπων, πραγμάτων ή χρονικών μονάδων Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοεικοσιένα: Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοεικοσιένα: Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εικοσιένας < μεσαιωνική ελληνική εικοσιένας < ελληνιστική κοινή εἰκοσιείς
Άλλοι τύποι
εικοσιέναεικοσιμία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →