εικοτολογικός
•
- που έχει σχέση με εικοτολογία, αναφέρεται σ’ αυτή ή προκύπτει εικοτολογώντας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εικοτολογικός < εικοτολογία + -ικός < αρχαία ελληνική εἰκοτολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εικοτολογικός | εικοτολογική | εικοτολογικό |
| Γενική | εικοτολογικού | εικοτολογικής | εικοτολογικού |
| Αιτιατική | εικοτολογικό | εικοτολογική | εικοτολογικό |
| Κλητική | εικοτολογικέ | εικοτολογική | εικοτολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εικοτολογικοί | εικοτολογικές | εικοτολογικά |
| Γενική | εικοτολογικών | εικοτολογικών | εικοτολογικών |
| Αιτιατική | εικοτολογικούς | εικοτολογικές | εικοτολογικά |
| Κλητική | εικοτολογικοί | εικοτολογικές | εικοτολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →