Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εικοτολογικός

/i.ko.to.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εικοτολογία, αναφέρεται σ’ αυτή ή προκύπτει εικοτολογώντας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εικοτολογικός < εικοτολογία + -ικός < αρχαία ελληνική εἰκοτολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεικοτολογικόςεικοτολογικήεικοτολογικό
Γενικήεικοτολογικούεικοτολογικήςεικοτολογικού
Αιτιατικήεικοτολογικόεικοτολογικήεικοτολογικό
Κλητικήεικοτολογικέεικοτολογικήεικοτολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεικοτολογικοίεικοτολογικέςεικοτολογικά
Γενικήεικοτολογικώνεικοτολογικώνεικοτολογικών
Αιτιατικήεικοτολογικούςεικοτολογικέςεικοτολογικά
Κλητικήεικοτολογικοίεικοτολογικέςεικοτολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →