εικοτολογώ
•
- διατυπώνω εικοτολογίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εικοτολογώ < (ελληνιστική κοινή) / εἰκοτολογῶ < αρχαία ελληνική εἰκοτολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εικοτολογώ | εικοτολογείς | εικοτολογεί | εικοτολογούμε | εικοτολογείτε | εικοτολογούν / εικοτολογούνε |
| Παρατατικός | εικοτολογούσα | εικοτολογούσες | εικοτολογούσε | εικοτολογούσαμε | εικοτολογούσατε | εικοτολογούσαν / εικοτολογούσανε |
| Αόριστος | εικοτολόγησα | εικοτολόγησες | εικοτολόγησε | εικοτολογήσαμε | εικοτολογήσατε | εικοτολογήσαν / εικοτολογήσανε / εικοτολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα εικοτολογήσω / θα εικοτολογώ | θα εικοτολογήσεις / θα εικοτολογείς | θα εικοτολογήσει / θα εικοτολογεί | θα εικοτολογήσουμε / θα εικοτολογούμε | θα εικοτολογήσετε / θα εικοτολογείτε | θα εικοτολογήσουν / θα εικοτολογήσουνε / θα εικοτολογούν / θα εικοτολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω εικοτολογήσει | έχεις εικοτολογήσει | έχει εικοτολογήσει | έχουμε εικοτολογήσει | έχετε εικοτολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εικοτολογήσει | είχες εικοτολογήσει | είχε εικοτολογήσει | είχαμε εικοτολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εικοτολογήσει / να εικοτολογήσω / να εικοτολογώ | να έχεις εικοτολογήσει / να εικοτολογήσεις / να εικοτολογείς | να έχει εικοτολογήσει / να εικοτολογήσει / να εικοτολογεί | να έχουμε εικοτολογήσει / να εικοτολογήσουμε / να εικοτολογούμε | να έχετε εικοτολογήσει / να εικοτολογήσετε / να εικοτολογείτε | να εικοτολογήσουν / να εικοτολογήσουνε / να εικοτολογούν / να εικοτολογούνε |
| Προστακτική | — | εικοτολόγει / εικοτολόγησε | — | — | εικοτολογήστε / εικοτολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →