Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εικοτολογώ

ρήμα
•
  1. διατυπώνω εικοτολογίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εικοτολογώ < (ελληνιστική κοινή) / εἰκοτολογῶ < αρχαία ελληνική εἰκοτολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεικοτολογώεικοτολογείςεικοτολογείεικοτολογούμεεικοτολογείτεεικοτολογούν / εικοτολογούνε
Παρατατικόςεικοτολογούσαεικοτολογούσεςεικοτολογούσεεικοτολογούσαμεεικοτολογούσατεεικοτολογούσαν / εικοτολογούσανε
Αόριστοςεικοτολόγησαεικοτολόγησεςεικοτολόγησεεικοτολογήσαμεεικοτολογήσατεεικοτολογήσαν / εικοτολογήσανε / εικοτολόγησαν
Μέλλονταςθα εικοτολογήσω / θα εικοτολογώθα εικοτολογήσεις / θα εικοτολογείςθα εικοτολογήσει / θα εικοτολογείθα εικοτολογήσουμε / θα εικοτολογούμεθα εικοτολογήσετε / θα εικοτολογείτεθα εικοτολογήσουν / θα εικοτολογήσουνε / θα εικοτολογούν / θα εικοτολογούνε
Παρακείμενοςέχω εικοτολογήσειέχεις εικοτολογήσειέχει εικοτολογήσειέχουμε εικοτολογήσειέχετε εικοτολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εικοτολογήσειείχες εικοτολογήσειείχε εικοτολογήσειείχαμε εικοτολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω εικοτολογήσει / να εικοτολογήσω / να εικοτολογώνα έχεις εικοτολογήσει / να εικοτολογήσεις / να εικοτολογείςνα έχει εικοτολογήσει / να εικοτολογήσει / να εικοτολογείνα έχουμε εικοτολογήσει / να εικοτολογήσουμε / να εικοτολογούμενα έχετε εικοτολογήσει / να εικοτολογήσετε / να εικοτολογείτενα εικοτολογήσουν / να εικοτολογήσουνε / να εικοτολογούν / να εικοτολογούνε
Προστακτική—εικοτολόγει / εικοτολόγησε——εικοτολογήστε / εικοτολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →