Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ειλητάριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. είδος βιβλίου από διάφορα υλικά (περγαμηνή, πάπυρο, χαρτί), τυλιγμένο γύρω από έναν άξονα. Διαβάζεται σε κάθετη ή (σπανιότερα) οριζόντια διάταξη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ειλητάριο < μεσαιωνική ελληνική εἰλητάριον, υποκοριστικό του (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική εἰλέω < εἴλω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήειλητάριοειλητάρια
Γενικήειλητάριου / ειληταρίουειλητάριων / ειληταρίων
Αιτιατικήειλητάριοειλητάρια
Κλητικήειλητάριοειλητάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →