ειλικρίνεια
•
- η ιδιότητα κάποιου που είναι ειλικρινής, που μιλά ανοιχτά για αυτό που πράγματι νιώθει ή σκέφτεται Βικιλεξικό
- η συμπεριφορά κάποιου που είναι ειλικρινής Βικιλεξικό
- η απροσποίητη συμπεριφορά Βικιλεξικό
- το να εκφράζει κάποιος ό,τι πραγματικά αισθάνεται ή σκέφτεται Βικιλεξικό
- ορισμένες φορές το μόνο που ζητά ο λαός από τους πολιτικούς είναι λίγη ειλικρίνεια
Ετυμολογία
ειλικρίνεια < αρχαία ελληνική εἰλικρίνεια < εἰλικρινής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ειλικρίνεια | ειλικρίνειες |
| Γενική | ειλικρίνειας | ειλικρινειών |
| Αιτιατική | ειλικρίνεια | ειλικρίνειες |
| Κλητική | ειλικρίνεια | ειλικρίνειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →