ειρήσθω εν παρόδω
•
- για κάτι που λέγεται παρενθετικάκυριολεκτικά: ας ειπωθεί παρενθετικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειρήσθω εν παρόδω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εἰρήσθω ἐν παρόδῳ < λόγια μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική εἰρήσθω «ας ειπωθεί, ας λεχθεί» (προστακτική παθητικού παρακειμένου του λέγω) & η φράση ἐν παρόδῳ (πρόθεση ἐν + δοτική του πάροδος, ελληνιστική σημασία: επ' ευκαιρία, ακροθιγώς, αρχαία σημασία: διέλευση, πέρασμα, πλαϊνός δρόμος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →