ειρημένος
•
- λόγιοπου έχει ειπωθεί, που έχει λεχθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειρημένος < αρχαία ελληνική εἰρημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εἴρω < πρωτοελληνική *wéřřō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wéryeti < *werh₁- (λέγω)
Άλλοι τύποι
ειρημέναειρημένεειρημένεςειρημένηειρημένηςειρημένοειρημένοιειρημένοςειρημένουειρημένουςειρημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →