Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ειρηνικός

/i.ɾi.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ως χαρακτηριστικό την ειρήνη Βικιλεξικό
    • Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιης φορολογίας, την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, την εκπαίδευση των πολιτών, την εξασφάλιση όχι μόνο της ζωής, αλλά και μιας άνετης ζωής. (Αχιλλέας Παπαθανασίου, Αρχαία Ελληνικά Ι - Ομάδα προσανατολισμού ανθρωπιστικών ανθρωπιστικών σπουδών - Γ΄ Λυκείου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 314)
    • Επομένως η αρμονική βαλκανική συνύπαρξη θεωρούνταν κατά τον Χ. Τρικούπη αφενός, συνάρτηση της απεξάρτησης των λαών τους από τις ξενικές επεμβάσεις στα εσωτερικά τους και αφετέρου, αγωνιώδης πορεία για την όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη προσέγγιση και ειλικρινέστερη κατανόηση με στόχο την ειρηνική επίλυση των διαφορών τους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Το νέο ελληνικό έθνος, 1204-2000, Ηρόδοτος, 2001, σελ. 37)
    • ειρηνική περίοδος
  2. που δεν συνοδεύεται από εκδηλώσεις βίας Βικιλεξικό
    • ειρηνική διαδήλωση
  3. ήρεμος, πράος, γαλήνιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ειρηνικός < ειρήνη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειρηνικόςειρηνικήειρηνικό
Γενικήειρηνικούειρηνικήςειρηνικού
Αιτιατικήειρηνικόειρηνικήειρηνικό
Κλητικήειρηνικέειρηνικήειρηνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειρηνικοίειρηνικέςειρηνικά
Γενικήειρηνικώνειρηνικώνειρηνικών
Αιτιατικήειρηνικούςειρηνικέςειρηνικά
Κλητικήειρηνικοίειρηνικέςειρηνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →