ειρηνοδικείο
•
- νομικός όροςκατώτερο μονομελές πολιτικό δικαστήριο το οποίο εκδικάζει προσωπικές διαφορές που αφορούν σχετικά μικρά ποσά (κατά τη συγγραφή του παρόντος, μικρότερα των 20.000€) (μικρές αστικές υποθέσεις) Βικιλεξικό
- το οίκημα που στεγάζει το εν λόγω δικαστήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειρηνοδικείο < ειρηνοδίκης + -είο / ειρήνη + -ο- + -δικείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ειρηνοδικείο | ειρηνοδικεία |
| Γενική | ειρηνοδικείου | ειρηνοδικείων |
| Αιτιατική | ειρηνοδικείο | ειρηνοδικεία |
| Κλητική | ειρηνοδικείο | ειρηνοδικεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →