Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ειρηνοδικείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νομικός όροςκατώτερο μονομελές πολιτικό δικαστήριο το οποίο εκδικάζει προσωπικές διαφορές που αφορούν σχετικά μικρά ποσά (κατά τη συγγραφή του παρόντος, μικρότερα των 20.000€) (μικρές αστικές υποθέσεις) Βικιλεξικό
  2. το οίκημα που στεγάζει το εν λόγω δικαστήριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ειρηνοδικείο < ειρηνοδίκης + -είο / ειρήνη + -ο- + -δικείο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήειρηνοδικείοειρηνοδικεία
Γενικήειρηνοδικείουειρηνοδικείων
Αιτιατικήειρηνοδικείοειρηνοδικεία
Κλητικήειρηνοδικείοειρηνοδικεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →