Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ειρηνοφόρος

/i.ɾi.noˈfo.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ποιητικός τύποςπου φέρνει την ειρήνη, που ειρηνεύει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ειρηνοφόρος < ελληνιστική κοινή εἰρηνοφόρος < αρχαία ελληνική εἰρήνη + φέρω, μορφολογικά αναλύεται σε ειρήν(η) + -ο- + -φόρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειρηνοφόροςειρηνοφόραειρηνοφόρο
Γενικήειρηνοφόρουειρηνοφόραςειρηνοφόρου
Αιτιατικήειρηνοφόροειρηνοφόραειρηνοφόρο
Κλητικήειρηνοφόρεειρηνοφόραειρηνοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειρηνοφόροιειρηνοφόρεςειρηνοφόρα
Γενικήειρηνοφόρωνειρηνοφόρωνειρηνοφόρων
Αιτιατικήειρηνοφόρουςειρηνοφόρεςειρηνοφόρα
Κλητικήειρηνοφόροιειρηνοφόρεςειρηνοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →