ειρκτή
•
- νομικός όροςβαριά καταδίκη σε φυλάκιση για κακούργημα· προηγούμενη ονομασία της κάθειρξης (Χρειάζεται επεξεργασία) Βικιλεξικό
- ο τόπος, η φυλακή όπου εκτίεται αυτή η ποινή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειρκτή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἱρκτή < εἱργνύω ή εἵργνυμι (εμποδίζω την έξοδο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ειρκτή | ειρκτές |
| Γενική | ειρκτής | ειρκτών |
| Αιτιατική | ειρκτή | ειρκτές |
| Κλητική | ειρκτή | ειρκτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →