ειρωνεύομαι
•
- απευθύνομαι σε κάποιον με ειρωνεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ειρωνεύομαι < αρχαία ελληνική εἰρωνεύομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ειρωνεύομαι | ειρωνεύεσαι | ειρωνεύεται | ειρωνευόμαστε | ειρωνεύεστε | ειρωνεύονται |
| Παρατατικός | ειρωνευόμουν / ειρωνευόμουνα | ειρωνευόσουν / ειρωνευόσουνα | ειρωνευόταν / ειρωνευότανε | ειρωνευόμασταν / ειρωνευόμαστε | ειρωνευόσασταν / ειρωνευόσαστε | ειρωνευόντουσαν / ειρωνεύονταν |
| Αόριστος | ειρωνεύτηκα | ειρωνεύτηκες | ειρωνεύτηκε | ειρωνευτήκαμε | ειρωνευτήκατε | ειρωνευτήκαν / ειρωνευτήκανε / ειρωνεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα ειρωνευτώ / θα ειρωνεύομαι | θα ειρωνευτείς / θα ειρωνεύεσαι | θα ειρωνευτεί / θα ειρωνεύεται | θα ειρωνευτούμε / θα ειρωνευόμαστε | θα ειρωνευτείτε / θα ειρωνεύεστε | θα ειρωνευτούν / θα ειρωνευτούνε / θα ειρωνεύονται |
| Παρακείμενος | έχω ειρωνευτεί | έχεις ειρωνευτεί | έχει ειρωνευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ειρωνευτεί | είχες ειρωνευτεί | είχε ειρωνευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ειρωνευτεί / να ειρωνευτώ / να ειρωνεύομαι | να έχεις ειρωνευτεί / να ειρωνευτείς / να ειρωνεύεσαι | να έχει ειρωνευτεί / να ειρωνευτεί / να ειρωνεύεται | να ειρωνευτούμε / να ειρωνευόμαστε | να ειρωνευτείτε / να ειρωνεύεστε | να ειρωνευτούν / να ειρωνευτούνε / να ειρωνεύονται |
| Προστακτική | — | ειρωνέψου / ειρωνεύου | — | — | ειρωνευτείτε / ειρωνεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →