εις μάτην
•
- λόγιομάταια Βικιλεξικό
- Προσπαθείς εις μάτην να με κακολογήσεις.
Ετυμολογία
εις μάτην < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἰς μάτην < εἰς & αρχαία ελληνική μάτην, αιτιατική ενικού του μάτη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →