εισαγγελικός
•
- που αναφέρεται ή ανήκει στον εισαγγελέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισαγγελικός < εισαγγελέας
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εισαγγελικός | εισαγγελική | εισαγγελικό |
| Γενική | εισαγγελικού | εισαγγελικής | εισαγγελικού |
| Αιτιατική | εισαγγελικό | εισαγγελική | εισαγγελικό |
| Κλητική | εισαγγελικέ | εισαγγελική | εισαγγελικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εισαγγελικοί | εισαγγελικές | εισαγγελικά |
| Γενική | εισαγγελικών | εισαγγελικών | εισαγγελικών |
| Αιτιατική | εισαγγελικούς | εισαγγελικές | εισαγγελικά |
| Κλητική | εισαγγελικοί | εισαγγελικές | εισαγγελικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →