εισαγωγούλα
•
- ειρωνικόυποκοριστικό του εισαγωγή Βικιλεξικό
- Άσε που θα μπορούσε να καθαρίσει με μια εισαγωγούλα σε δημόσιο νοσοκομείο και να απαλλαγεί άπαξ διά παντός από δαύτον, έτσι που τα έχει καταντήσει. (*)
Ετυμολογία
εισαγωγούλα < εισαγωγή + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εισαγωγούλα | εισαγωγούλες |
| Γενική | εισαγωγούλας | — |
| Αιτιατική | εισαγωγούλα | εισαγωγούλες |
| Κλητική | εισαγωγούλα | εισαγωγούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →