εισαγώγιμος
•
- που είναι δυνατόν να εισαχθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισαγώγιμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἰσαγώγιμος < εἰσσαγωγή < εἰσσάγω. Συγχρονικά αναλύεται σε εισαγωγ(ή) + -ιμο.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εισαγώγιμος | εισαγώγιμη | εισαγώγιμο |
| Γενική | εισαγώγιμου | εισαγώγιμης | εισαγώγιμου |
| Αιτιατική | εισαγώγιμο | εισαγώγιμη | εισαγώγιμο |
| Κλητική | εισαγώγιμε | εισαγώγιμη | εισαγώγιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εισαγώγιμοι | εισαγώγιμες | εισαγώγιμα |
| Γενική | εισαγώγιμων | εισαγώγιμων | εισαγώγιμων |
| Αιτιατική | εισαγώγιμους | εισαγώγιμες | εισαγώγιμα |
| Κλητική | εισαγώγιμοι | εισαγώγιμες | εισαγώγιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →