εισακούομαι
•
- με εισακούουν, αυτά που λέω σε κάποιους γίνονται από αυτούς αποδεκτά, τα λαμβάνουν υπόψη τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισακούομαι < παθητ. φωνή του εισακούω
Άλλοι τύποι
γεισακουεισακουστώεισακούστηκαόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →