Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισιτήριο διαρκείας

/i.siˈti.ɾi.o ði.aɾˈci.as/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εισιτήριο το οποίο επιτρέπει στον κάτοχο του απεριόριστες εισόδους σε χώρο, όπως γήπεδα ή μετακινήσεις με μέσα μεταφοράς Βικιλεξικό
    • Από τη Παρασκευή (07/07) μέχρι και τις 21 Ιουλίου όπως γνωστοποίησε η ΠΑΕ ΑΕΚ θα είναι στη διάθεση του κοινού της τα εισιτήρια διαρκείας για τη νέα σεζόν, καθώς ξεκινάει η τρίτη περίοδος πώλησης.

Ετυμολογία

εισιτήριο διαρκείας < → δείτε τις λέξεις εισιτήριο και διάρκεια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεισιτήριο διαρκείαςεισιτήρια διαρκείας
Γενικήεισιτηρίου ή εισιτήριου διαρκείαςεισιτηρίων διαρκείας
Αιτιατικήεισιτήριο διαρκείαςεισιτήρια διαρκείας
Κλητικήεισιτήριο διαρκείαςεισιτήρια διαρκείας

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →