Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισιτήριος

/i.siˈti.ɾi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου σχετίζεται με τις διαδικασίες εισαγωγής σε πανεπιστήμιο ή άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα Βικιλεξικό
    • Με βάση τα αριθμητικά στοιχεία για τα τρία προηγούμενα έτη, το Υπουργείο θα αποφασίζει και θα ανακοινώνει έγκαιρα για ποια τμήματα ΤΕΙ και ΑΕΙ η εισαγωγή θα γίνεται χωρίς εισιτήριες εξετάσεις. Αυτό σημαίνει ότι κάθε κάτοχος απολυτηρίου λυκείου θα μπορεί να υποβάλει αίτηση και να εγγράφεται σε ένα από τα τμήματα αυτά, χωρίς συμμετοχή στις εισιτήριες εξετάσεις. Είναι αυτονόητο ότι οι υποψήφιοι αυτοί δεν θα δικαιούνται να συμμετάσχουν στις εισιτήριες εξετάσεις για την εισαγωγή σε οποιοδήποτε άλλο τμήμα ΑΕΙ ή ΤΕΙ κατά το ίδιο έτος", αναφέρουν οι ομότιμοι καθηγητές. (* enet.gr)
  2. ουδέτερο ως ουσιαστικότο εισιτήριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εισιτήριος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἰσιτήριος (που αναφέρεται στην είσοδο) < εἴσειμι < εἰς εισ- + εἶμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₁ey- (εἶμι, πηγαίνω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεισιτήριοςεισιτήριαεισιτήριο
Γενικήεισιτήριουεισιτήριαςεισιτήριου
Αιτιατικήεισιτήριοεισιτήριαεισιτήριο
Κλητικήεισιτήριεεισιτήριαεισιτήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεισιτήριοιεισιτήριεςεισιτήρια
Γενικήεισιτήριωνεισιτήριωνεισιτήριων
Αιτιατικήεισιτήριουςεισιτήριεςεισιτήρια
Κλητικήεισιτήριοιεισιτήριεςεισιτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →