εισκομίζω
•
- λόγιομεταφέρω κάτι μέσα, εισάγω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισκομίζω < αρχαία ελληνική εἰσκομίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εισκομίζω | εισκομίζεις | εισκομίζει | εισκομίζουμε | εισκομίζετε | εισκομίζουν / εισκομίζουνε |
| Παρατατικός | εισκόμιζα | εισκόμιζες | εισκόμιζε | εισκομίζαμε | εισκομίζατε | εισκομίζαν / εισκομίζανε / εισκόμιζαν |
| Αόριστος | εισκόμισα | εισκόμισες | εισκόμισε | εισκομίσαμε | εισκομίσατε | εισκομίσαν / εισκομίσανε / εισκόμισαν |
| Μέλλοντας | θα εισκομίζω / θα εισκομίσω | θα εισκομίζεις / θα εισκομίσεις | θα εισκομίζει / θα εισκομίσει | θα εισκομίζουμε / θα εισκομίσουμε | θα εισκομίζετε / θα εισκομίσετε | θα εισκομίζουν / θα εισκομίζουνε / θα εισκομίσουν / θα εισκομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εισκομίσει | έχεις εισκομίσει | έχει εισκομίσει | έχουμε εισκομίσει | έχετε εισκομίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εισκομίσει | είχες εισκομίσει | είχε εισκομίσει | είχαμε εισκομίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εισκομίσει / να εισκομίζω / να εισκομίσω | να έχεις εισκομίσει / να εισκομίζεις / να εισκομίσεις | να έχει εισκομίσει / να εισκομίζει / να εισκομίσει | να έχουμε εισκομίσει / να εισκομίζουμε / να εισκομίσουμε | να έχετε εισκομίσει / να εισκομίζετε / να εισκομίσετε | να εισκομίζουν / να εισκομίζουνε / να εισκομίσουν / να εισκομίσουνε |
| Προστακτική | — | εισκόμιζε / εισκόμισε | — | — | εισκομίζετε / εισκομίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →