εισοδικό
•
- θρησκείασύντομο εκκλησιαστικό τροπάριο που ψάλλεται κατά τη Μικρή Είσοδο της Θείας Λειτουργίας και συνοδεύει λειτουργικά την είσοδο του ευαγγελίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισοδικό < μεσαιωνική ελληνική εἰσοδικόν, ουδέτερο του εἰσοδικός < αρχαία ελληνική εἴσοδος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εισοδικό | εισοδικά |
| Γενική | εισοδικού | εισοδικών |
| Αιτιατική | εισοδικό | εισοδικά |
| Κλητική | εισοδικό | εισοδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →