Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισπήδηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοεισβολή (αιφνίδια) Βικιλεξικό
  2. λόγιοκατάληψη αξιώματος με δόλιο ή αντικανονικό τρόπο Βικιλεξικό
  3. λόγιορεσάλτο Βικιλεξικό
  4. λόγιοη τέλεση ακολουθίας ή λατρευτικής πράξης σε άλλη μητρόπολη ή χώρο ποιμαντικής και δικαιοδοσίας άλλου, χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση άδειας ή έγκρισης Βικιλεξικό
  5. λόγιουπέρβαση αρμοδιοτήτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εισπήδηση < εισ- + αρχαία ελληνική πήδησις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεισπήδησηεισπηδήσεις
Γενικήεισπήδησηςεισπηδήσεων
Αιτιατικήεισπήδησηεισπηδήσεις
Κλητικήεισπήδησηεισπηδήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →