Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισπνευστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εισπνοή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εισπνευστικός < εισπνέω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεισπνευστικόςεισπνευστικήεισπνευστικό
Γενικήεισπνευστικούεισπνευστικήςεισπνευστικού
Αιτιατικήεισπνευστικόεισπνευστικήεισπνευστικό
Κλητικήεισπνευστικέεισπνευστικήεισπνευστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεισπνευστικοίεισπνευστικέςεισπνευστικά
Γενικήεισπνευστικώνεισπνευστικώνεισπνευστικών
Αιτιατικήεισπνευστικούςεισπνευστικέςεισπνευστικά
Κλητικήεισπνευστικοίεισπνευστικέςεισπνευστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →