Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισπρακτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την είσπραξη χρημάτων Βικιλεξικό
    • εισπρακτικός κώδικας, εισπρακτικός μηχανισμός

Ετυμολογία

εισπρακτικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεισπρακτικόςεισπρακτική / εισπρακτικηεισπρακτικο / εισπρακτικό
Γενικήεισπρακτικούεισπρακτικήςεισπρακτικού
Αιτιατικήεισπρακτικόεισπρακτικήεισπρακτικό
Κλητικήεισπρακτικέεισπρακτικήεισπρακτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεισπρακτικοίεισπρακτικέςεισπρακτικά
Γενικήεισπρακτικώνεισπρακτικώνεισπρακτικών
Αιτιατικήεισπρακτικούςεισπρακτικέςεισπρακτικά
Κλητικήεισπρακτικοίεισπρακτικέςεισπρακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →