εκ παραδρομής
•
- λόγιοεξαιτίας απροσεξίας, ακούσια, χωρίς πρόθεση, από αβλεψία Βικιλεξικό
- λάθος εκ παραδρομής
Ετυμολογία
εκ παραδρομής > (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκ παραδρομῆς > αρχαία ελληνική ἐν παραδρομῇ → δείτε ἐκ & παραδρομή στη γενική ενικού
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →