εκ των ων ουκ άνευ
•
- λόγιοκάτι είναι εντελώς απαραίτητο και χωρίς αυτό δεν είναι δυνατή η πραγματοποίηση του υπό συζήτηση θέματος ή αντικειμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκ των ων ουκ άνευ, ελλειπτική φράση, καθαρεύουσα: ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ. (εννοείται ὅρος) ἐκ τῶν ὧν (των οποίων, γενική πληθυντικού του ὅς) οὐκ ἄνευ (εννοείται ἐστί, υπάρχει). Κυριολεκτικά: (όρος, προϋπόθεση) από εκείνους που δεν υπάρχει [κάτι] χωρίς αυτούς. Αντίστοιχη της λατιντικής φράσης (condicio «sine qua non» του Βοήθιου,^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) πιθανόν ως μετάφραση αριστοτελικής φράσης «οὗ οὐκ ἄνευ».^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →