εκαβικός
•
- γλωσσολογίαπου έχει σχέση με την διάλεκτο ή ομάδα διαλέκτων της σερβο-κροατικής που ομιλείται κυρίως στη Σερβία και χαρακτηρίζεται από την εξέλιξη τού γιατ (παλαιά κυριλλική: ѣ, γλαγολιτική: ⱑ, λατινική μεταγραφή: /ě/) ως /e/ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκαβικός < αγγλική ekavic + -ικός < Ekavian
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκαβικός | εκαβική | εκαβικό |
| Γενική | εκαβικού | εκαβικής | εκαβικού |
| Αιτιατική | εκαβικό | εκαβική | εκαβικό |
| Κλητική | εκαβικέ | εκαβική | εκαβικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκαβικοί | εκαβικές | εκαβικά |
| Γενική | εκαβικών | εκαβικών | εκαβικών |
| Αιτιατική | εκαβικούς | εκαβικές | εκαβικά |
| Κλητική | εκαβικοί | εκαβικές | εκαβικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →