Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκατονταρχία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ειδικότεραστρατιωτικό τμήμα εκατό στρατιωτών (ως τμήμα της λεγεώνας) Βικιλεξικό
  2. γενικότεραστρατιωτικό τμήμα εκατό στρατιωτών Βικιλεξικό
  3. στρατιωτικός όροςη διοίκηση των ως άνω τμημάτων, το αξίωμα του διοικητή τους Βικιλεξικό
    • 25 διπλώματα ζητοῦσεν καὶ ὁ Στορνάρης, παραδειγματιζόμενος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀντιστρατηγίας, χιλιαρχίας, καὶ ἑκατονταρχίας μὲ ἀναφοράν του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὰ ὁποῖα ἐπικυρώθηκαν τὴν 25ην Φεβρουαρίου, καὶ ἐτιμήθην κὶ ἐγὼ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ χιλιάρχου. (Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821–1833, εισαγωγή και σημειώσεις: Γιάννης Βλαχογιάννης, Χορηγία Παγκείου Επιτροπής, τ. 2, Αθήνα 1941, σελ. 25.)

Ετυμολογία

εκατονταρχία < ελληνιστική κοινή ἑκατονταρχία < αρχαία ελληνική ἑκατοντάρχης < ἑκατόν + ἄρχω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκατονταρχίαεκατονταρχίες
Γενικήεκατονταρχίαςεκατονταρχιών
Αιτιατικήεκατονταρχίαεκατονταρχίες
Κλητικήεκατονταρχίαεκατονταρχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →