Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκατοσταριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα περίπου εκατό μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών) Βικιλεξικό
  2. Σημειώσεις: του όρου προηγείται πάντα η λέξη καμιά Βικιλεξικό
    • καμιά εκατοσταριά

Ετυμολογία

εκατοσταριά < εκατοστοί + -αριά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκατοσταριάεκατοσταριές
Γενικήεκατοσταριάςεκατοσταριών
Αιτιατικήεκατοσταριάεκατοσταριές
Κλητικήεκατοσταριάεκατοσταριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →